Τετάρτη 10 Νοεμβρίου 2010

Η ιστορία του δαχτυλιδιού

ΓΚΟΤΧΟΛΤ ΕΦΡΑÏΜ ΛΕΣΙΝΓΚ

Η ιστορία του δαχτυλιδιού
Τρίτη πράξη - 6η σκηνή

ΝΑΘΑΝ: Διαταγές, Σουλτάνε μου!
ΣΑΛΑΝΤΙΝ: […] Μια και είσαι
τόσο σοφός, πες μου λοιπόν
ποια πίστη, ποιος νόμος θεϊκός
σου φάνηκε ο πιο σωστός.
[...]
7η σκηνή

ΣΑΛΑΝΤΙΝ: […] Μίλα λοιπόν! Ψυχή καμιά δε μας ακούει.
ΝΑΘΑΝ: O κόσμος ολόκληρος ας μας ακούσει.
ΣΑΛΑΝΤΙΝ: Τόσο σίγουρος είναι ο Νάθαν για την υπόθεση του!
Ε, λοιπόν, αυτό λέω εγώ σοφία: ποτέ μην κρύβεις την αλήθεια•
γι’ αυτήν όλα να τα ρισκάρεις, ζωή και βιος!
ΝΑΘΑΝ: Ναι, ναι! Όταν πρέπει και ωφελεί. […]
Σουλτάνε μου, πριν να σου πω την πάσα αλήθεια, μου δίνεις την άδεια μια ιστοριούλα να σου πω;
ΣΑΛΑΝΤΙΝ: Γιατί όχι; Πάντα μου αρέσαν οι ιστορίες, αρκεί καλά να τις διηγούνται.
ΝΑΘΑΝ: Μμμ… καλά να τη διηγηθώ, εδώ δεν είμαι δυνατός.
ΣΑΛΑΝΤΙΝ: Πάλι έτσι περήφανα ταπεινός; Εμπρός, ξεκίνα την ιστορία!
ΝΑΘΑΝ: Πριν από πολλά χρόνια ζούσε στην Ανατολή κάποιος που είχε δικό του αμύθητης αξίας δαχτυλίδι, δοσμένο από χέρι φιλικό. Η πέτρα του ήταν από οπάλι, που μες στο φως χιλιάδες χρώματα έριχνε. Κι είχε μια δύναμη κρυφή, εκείνον που το δαχτυλίδι είχε να τον κάνει αγαπητό σ’ ανθρώπους και Θεό, αρκεί να πίστευε κι αυτός στη δύναμη αυτή.
Είναι παράξενο λοιπόν, που ο άνθρωπος που ζούσε στην Ανατολή δεν έβγαζε ποτέ το δαχτυλίδι και φρόντισε για πάντα στο σπίτι του να μείνει; Να πώς: το δαχτυλίδι άφησε στον πιο αγαπητό του γιο και όρισε και αυτός με τη σειρά του στο γιο του να τ’ αφήσει τον πιο αγαπητό· κι έτσι συνεχώς το δαχτυλίδι πήγαινε σ’ αυτόν που ο πατέρας αγαπούσε πιο πολύ,
κι αυτός - χωρίς να υπολογίζεται της γέννησης του η σειρά-,
το δαχτυλίδι έχοντας στην κατοχή του, αυτόματα γινόταν η κεφαλή κι ο κύριος του σπιτιού.
ΣΑΛΑΝΤΙΝ: Καταλαβαίνω, και μετά;
ΝΑΘΑΝ: Περνώντας από γιο σε γιο, έφτασε κάποτε το δαχτυλίδι σ’ έναν πατέρα που είχε τρεις γιους. Κι οι τρεις τους ήταν καλοί, πειθαρχικοί και δεν μπορούσε παρά εξίσου να τους αγαπά. Μόνο πού και πού, όταν βρισκόταν μόνος του με τον έναν τη μια, την άλλη με τον άλλο, κι οι άλλοι δυο γιοι του δε βρίσκονταν μαζί τα λόγια να ακούσουν της καρδιάς του, πότε τον ένα έκρινε άξιο του δαχτυλιδιού, πότε τον άλλο. Κι έτσι αυτή της αγάπης η αδυναμία τον έκανε στον καθένα από τους τρεις το δαχτυλίδι να υποσχεθεί. Κι έτσι περνούσε ο καιρός. Μόνο που ήλθε κάποτε ο θάνατος κοντά, και ο καλός γονιός βρέθηκε στα στενά. Τον πονάει δυο γιους του, που το λόγο του είχαν πιστέψει, έτσι να προσβάλει.
Τι να κάνει; Στέλνει μυστικά σ’ έναν τεχνίτη, και του παραγγέλνει με δείγμα το δαχτυλίδι δυο άλλα που να μοιάζουνε να φτιάξει, να μη νοιαστεί για έξοδα και κόπο.
Κι όταν αυτός τα δαχτυλίδια φέρνει, ούτε ο γονιός πια δεν μπορεί το γνήσιο να διακρίνει. Χαρούμενος και ευτυχής κοντά καλεί τους γιους του, έναν έναν χωριστά, και στον καθένα δίνει την ευχή του και το δαχτυλίδι - και πεθαίνει. Ακούς ακόμα, Σουλτάνε;
ΣΑΛΑΝΤΙΝ: (που σκεφτικός έχει γυρίσει αλλού το πρόσωπό του)
Ακούω, ακούω. Έλα τέλειωνε το παραμύθι σου. Έχει τέλος, δεν είναι έτσι;
ΝΑΘΑΝ: Τελειώνω.
Ό,τι ακολούθησε εύκολα γίνεται από μόνο του αντιληπτό.
Καλά καλά δεν είχε την τελευταία του πνοή αφήσει ο πατέρας,
κι ο καθένας έρχεται με το δαχτυλίδι του, κι ο καθένας θέλει ο κύριος του σπιτιού να γίνει. Το θέμα ερευνούν, μαλώνουν και κατηγορούν. Μάταια·
το αληθινό το δαχτυλίδι δεν μπορεί πια να βρεθεί, όπως και σε μας η πίστη η σωστή.
ΣΑΛΑΝΤΙΝ: Πώς; Αυτό λοιπόν είναι η απάντηση στο ερώτημα μου;
ΝΑΘΑΝ: Συγγνώμη πρέπει να ζητήσω, αν δεν μπορώ τα δαχτυλίδια με ακρίβεια να ξεχωρίσω, που ο γονιός με τούτο το σκοπό τα έφτιαξε, να μην μπορούν να διακριθούν σε ψεύτικο κι αληθινό.

ανέκδοτη μτφρ.
Χρήστος Απ. Ράμμος


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου